Ακουαρέλες Α.Λογοθέτης

Ανέστης Λογοθέτης

Γεννήθηκε (1921)στον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας από Έλληνες γονείς. Τα έτη 1934-42 έζησε στην Ελλάδα. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Βιέννη όπου φοίτησε στο τμήμα πολιτικών μηχανικών. Το 1944-52 σπουδάζει μορφολογία και σύνθεση. Το 1960 πήρε το βραβείο Koerner και το 1963 μοιράστηκε με τον Ξενάκη το πρώτο βραβείο του διαγωνισμού σύνθεσης του Αθηναϊκού τεχνολογικού Ινστιτούτου με το έργο Μεσουράνηση. Πέθανε στη Βιέννη το 1994.

Μερικά έργα:

  • Όπερες: Η κρίση του Πάρι στο Παρίσι, Δαιδάλεια, Από τι είναι η πέτρα του Σισύφου
  • Ραδιοφωνικές όπερες: Νεκρολόγιο, Πεταλούδες,Αναστάσεις, Πάρτυ εντόμων
  • Έργα για ορχήστρα: Συσσώρευση για βιολί και ορχήστρα, Συντονισμός, Μεσουράνηση, Μαίανδρος, Ολοκλήρωση, Διάχυση
  • Έργα για όργανα σόλο: Καταρράκτης, Καταλύτης, Υδρόγειος για φλάουτο
  • Ηλεκτρονικά έργα: Φαντάσματα, Στοχασμός, Κυκλώπεια
  • Φωνητική μουσική: Ποταμοί της Στυγός, Αχαίρων ΙΙΙ, Πυριφλεγέθων, Κυριαρχικό τραγούδι για εκκλησιαστικό όργανο & φωνή

 

Υλικά: μελάνι σε χαρτί

Objective correlative

Το οπτικό και ηχητικό κολάζ, αποτελεί το δεύτερο σε σειρά μέρος, μίας ενότητας έργων που διαπραγματεύονται την αναζήτηση, απόκτηση, διαχείριση και αξιοποίηση της πληροφορίας. Το εικαστικό αυτό έργο αποτελεί το απόσταγμα της όσμωσης της βιωματικής σχέσης της καλλιτέχνιδας με τη μουσική και το εικαστικό πεδίο, ως κοινός τόπος, κανάλι εκφοράς της αλληλοσυμπληρούμενης δύναμης της οπτικής και μουσικής ύλης και της αμφίδρομης σχέσης τους στην παραγωγή του νοήματος.

Έναυσμα και εκκίνηση για το οπτικό και ηχητικό κολάζ, αποτέλεσε η μουσική του Ανέστη Λογοθέτη, σημαντικού πρωτοπόρου συνθέτη του 20ου αιώνα, με ρηξικέλευθες προτάσεις σύζευξης εικόνας, ήχου και λόγου στο έργο του, που προσπάθησε να εξελίξει το σύστημα της σημειογραφίας  με μία διαφορετική αντιμετώπιση της παρτιτούρας, τη λεγόμενη «γραφική πολυμορφική σημειογραφία».

Ενώ υπάρχει πειθαρχία στην χρήση και σχεδόν υποταγή των ετερόκλητων υλικών της, καταφέρνει με την τυχαία διακοπή και τελικά σύνθεση του ακούσματος μέσω της κίνησης του θεατή στο χώρο τελικά σ΄ όλη τη σύνθεση της εγκατάστασης, να προσδώσει στο έργο, αυτό που αποτελεί ζητούμενο και στο ίδιο τον Λογοθέτη, την αποστασιοποίηση και έναυσμα για αυτοσχεδιασμό, υπογραμμίζοντας την πολύμορφη οντότητα της τέχνης και την εννοιολογική της διάσταση.

Η καλλιτέχνης αντλεί, μέσα από τον ελεύθερο συνειρμό των ιδεών, την απομάκρυνση από τα περιοριστικά όρια της μετρικής, την έκφραση του συναισθήματος, την ιδιαίτερη λειτουργία ενός διευρυμένου τόπου και χρόνου του συνθέτη και προτείνει με τον δικό της τρόπο, αυτό που ο Έλιοτ με τη διαίσθησή του επινόησε και ονόμασε  «objectivecorrelative»[1], επεξηγώντας πως ο  μόνος τρόπος έκφρασης συναισθήματος στη μορφή της τέχνης, είναι η εξεύρεση ενός «αντικειμενικού συσχετικού».

Με το ηχητικό άκουσμα και τη συμπαράθεση ματιών ως εστίες υποδοχής του θεωρού-αποδέκτη, η καλλιτέχνης, αποπειράται να διεγείρει τη στοχαστική διάθεση, ενεργοποιώντας μια υπονομευτική διάθεση απέναντι στους μηχανισμούς του ανθρώπινου ασυνειδήτου, προτείνοντας τελικά, αυτό που ο Beckett ονομάζει «υπεροχή της εσωτερικής όρασης»[2] ενώ ο AugusteRodin το διατυπώνει ως: «η τέχνη δεν αρχίζει παρά με την εσωτερική αλήθεια»[3].

[1]ThomasStearnsEliotΟ ‘Αμλετ και τα προβλήματά του», πρώτη δημοσίευση, 1919, δοκίμιο.

[2]Samuel Beckett, Le monde et le pantalon, 1989, Les Editions de Minuit, μτφΜαρίαΠαπαδήμαεκδΈψιλον, 2005, σελ.33

[3]Auguste Rodin, Testament,μτφ.ΑλέξανδροςΑδαμόπουλος, εκδ. Άγρα,σελ,15

Κενανίδου Μαρία [Ιστορικός Τέχνης]